εξονομαίνω

εξονομαίνω
ἐξονομαίνω (Α)
1. καλώ ονομαστικά
2. εκφράζω ρητά, σαφώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + ονομαίνω «ονομάζω» (< όνομα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ἐξονομήνω — ἐξονομαίνω name aor subj act 1st sg (epic ionic) ἐξονομαίνω name aor ind mid 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξονομαίνειν — ἐξονομαίνω name pres inf act (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξονομῆναι — ἐξονομαίνω name aor inf act (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξονομήνῃς — ἐξονομαίνω name aor subj act 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξονόμηναν — ἐξονομαίνω name aor ind act 3rd pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξονομήναι — ἐξονομήναῑ , ἐξονομαίνω name aor opt act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”